dimitra

dimitra

Η Κινηματογραφική Λέσχη του Φ.Ο.Υ 2019-2020 θα προβάλει την ταινία:

"Πολίτης Κέιν" (1941)


ΣΕ ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ ΟΡΣΟΝ ΟΥΕΛΣ


Δευτέρα  18/11/2019 & ΩΡΑ 21:00

ΕΙΣΟΔΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΗ

Η ταινία Πολίτης Κέιν (Πρωτότυπος Τίτλος Citizen Kane) είναι δράμα παραγωγής 1941, σε σκηνοθεσία Όρσον Γουέλς. Ήταν η πρώτη ταινία που σκηνοθέτησε ο Γουέλς κι εκτός από τη σκηνοθεσία ανέλαβε την παραγωγή, συνέγραψε το σενάριο μαζί με τον Χέρμαν Μάνκιεβιτς και πρωταγωνίστησε. Πλάι στον Γουέλς εμφανίζονται οι ηθοποιοί με τους οποίους εμφανιζόταν στο θέατρο κι αποτελούσαν την ομάδα του Mercury Theatre: Τζόζεφ Κότεν, Ντόροθι Κάμινγκορ, Τζορτζ Κουλούρης, Άγκνες Μούρχεντ, Έβερετ Σλόαν, Πολ Στιούαρτ, Ρέι Κόλινς, Ρουθ Γουόρικ, Έρσκιν Σάνφορντ και Γουίλιαμ Άλλαντ. Η ταινία έλαβε 9 υποψηφιότητες για βραβείο Όσκαρ μεταξύ των οποίων και για Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας και κέρδισε Όσκαρ Πρωτότυπου Σεναρίου. Επί σειρά 5 δεκαετιών η ταινία λάμβανε την πρώτη θέση στη λίστα με τις καλύτερες ταινίες όλων των εποχών που θεσπίζεται από τους μεγαλύτερους κριτικούς από όλο τον κόσμο σε ψηφοφορία που διοργανώνει το περιοδικό Sight & Sound. Για πρώτη φορά το 2012 έχασε την πρώτη θέση από την ταινία του Άλφρεντ Χίτσκοκ Δεσμώτης του Ιλίγγου (Vertigo, 1958). Ο Πολίτης Κέιν έχει επαινεθεί για την νεωτεριστική φωτογραφία, τη μουσική και την αφηγηματική του δομή.

Υπόθεση

Ο μεγαλοεκδότης Τσαρλς Φόστερ Κέιν (Όρσον Γουέλς), ένας από τους πλουσιότερους άνδρες των Η.Π.Α. κι ίσως και της υφηλίου, πεθαίνει. Η τελευταία λέξη που βγαίνει από τα χείλη του πριν ξεψυχήσει, είναι η λέξη Rosebud (Ροδανθός). Η είδηση του θανάτου του μεταδίδεται σε όλο τον κόσμο κι ο Τζέρι Τόμπσον (Γουίλιαμ Άλαντ), δημοσιογράφος της εφημερίδας Newsreel, προσπαθεί να ανακαλύψει πληροφορίες για την ιδιωτική ζωή του Κέιν και προπάντων τη σημασία της τελευταίας του λέξης. Ο δημοσιογράφος παίρνει συνεντεύξεις από φίλους και συνεργάτες του μεγαλοεπιχειρηματία και η ζωή του Κέιν ξεδιπλώνεται στην οθόνη, σε μια σειρά από φλας μπακ. Ο Τόμπσον επισκέπτεται επίσης τη δεύτερη σύζυγο του Κέιν, τη Σούζαν Αλεξάντερ (Ντόροθι Κάμινγκορ), η οποία είναι πλέον αλκοολική κι έχει στην κατοχή της ένα κέντρο διασκέδασης. Η Αλεξάντερ δεν αποκαλύπτει τίποτα στο δημοσιογράφο. Έπειτα ο Τόμπσον βρίσκει το ιδιωτικό αρχείο του Γουόλτερ Παρκς Θάτσερ (Τζορτζ Κουλούρης), του τραπεζίτη που είχε πάρει υπό την προστασία του τον Κέιν, όταν ήταν ακόμη παιδί. Ο Τόμπσον μαθαίνει πολλά για την παιδική ηλικία του Κέιν από το αρχείο του Θάτσερ. Πληροφορείται για την φτώχεια που βίωσε ως παιδί, μέχρι τη στιγμή που βρέθηκε το 3ο κατά σειρά μεγαλύτερο χρυσωρυχείο σε ένα κτήμα της μητέρας του (Άγκνες Μούρχεντ). Η μητέρα του τον αποχωρίστηκε, αναθέτοντας την ανατροφή και την εκπαίδευσή του στον Θάτσερ. Ο Τόμπσον έπειτα παίρνει συνέντευξη από τον επιχειρηματικό σύμβουλο του Κέιν, κύριο Μπέρνσταϊν (Έβερετ Σλόαν), από τον καλύτερο φίλο του Κέιν, Τζεντεντάια Λίλαντ (Τζόζεφ Κότεν), για δεύτερη φορά από τη Σούζαν κι από τον μπάτλερ του Κέιν, Ρέιμοντ (Πολ Στιούαρτ).

Γενικά χαρακτηριστικά

Η ταινία είναι ένα film à clef (φιλμ με κλειδί), που ερευνά τη ζωή του Τσαρλς Φόστερ Κέιν, ενός μεγιστάνα του τύπου, τον οποίο υποδύεται ο Γουέλς. Ο χαρακτήρας του Κέιν βασίζεται εν μέρει στη ζωή και στην περσόνα του Γουίλιαμ Ράντολφ Χερστ, Αμερικανού μεγαλοεκδότη, καθώς επίσης και στη ζωή των επιχειρηματιών, Σάμιουελ Ίνσαλ και Χάρολντ ΜακΚόρμικ. Ο Γουέλς έδωσε στον Κέιν στοιχεία και από τον δικό του χαρακτήρα.

Μετά την επιτυχημένη του πορεία στο θέατρο, με το θίασο Mercury, καθώς και την εκφώνηση του αμφιλεγόμενου ραδιοφωνικού δράματος Ο Πόλεμος των Κόσμων το 1938, ο ηθοποιός και σκηνοθέτης, προσεγγίστηκε από παραγωγούς του Χόλιγουντ και υπέγραψε συμβόλαιο με την εταιρία R.K.O. το 1939. Ο Γουέλς έλαβε πλήρη καλλιτεχνική ελευθερία από την εταιρεία, πράγμα ασυνήθιστο για πρωτοεμφανιζόμενο σκηνοθέτη, ώστε να γράψει τη δική του ιστορία, να χρησιμοποιήσει ηθοποιούς της επιλογής του και να έχει τον πρώτο λόγο στο μοντάζ. Μετά από δυο αποτυχημένες προσπάθειες να υλοποιήσει τα σχέδιά του, κατάφερε τελικά να ολοκληρώσει το σενάριο του Πολίτη Κέιν με τη βοήθεια του Χέρμαν Μάνκεβιτς (αδελφού του σκηνοθέτη Τζόζεφ Μάνκιεβιτς). Τα γυρίσματα ξεκίνησαν το 1940 και η ταινία έκανε πρεμιέρα το Μάιο του 1941.

Παρά την επευφημία που έλαβε από τους κριτικούς, η ταινία δεν έκανε εμπορική επιτυχία. Η ταινία ξεχάστηκε για πολύν καιρό μετά την προβολή της, αλλά το ενδιαφέρον των κριτικών και ο μύθος της, αναζωογονήθηκε, εφ' όσον έλαβε επαίνους από Γάλλους κριτικούς, μεταξύ των οποίων και του κριτικού και συγγραφέα Ζαν-Πωλ Σαρτρ, κι ακόμα περισσότερο μετά την επαναπροβολή του το 1956. Πέρα από την αναγνώριση που έλαβε από τους κριτικούς ανά τον κόσμο στη λίστα του περιοδικού Sight & Sound, έλαβε επίσης την πρώτη θέση στη λίστα των 100 καλύτερων ταινιών όλων των εποχών, που θεσπίστηκε από το Αμερικανικό Ινστιτούτο Κινηματογράφου, την οποίαν έχασε για πρώτη φορά το 2012, από την ταινία του Άλφρεντ Χίτσκοκ Δεσμώτης του Ιλίγγου (Vertigo, 1958).

Παραγωγή

Ανάπτυξη

Η δημοτικότητα του Γουέλς εκτοξεύτηκε στα ύψη μετά τη ραδιοφωνική μετάδοση του Ο Πόλεμος των Κόσμων, προσαρμογή του ομώνυμου μυθιστορήματος του Χ. Τζ. Γουέλς. Η επιτυχία του τον οδήγησε σε προνομιούχο συμβόλαιο με την εταιρία παραγωγής Radio Keith Orpheum (R.K.O.). Ο σκηνοθέτης υπέγραψε συμφωνητικό με τον διευθυντή της R.K.O. Τζορτζ Σάφερ, στο οποίο του δινόταν η ευκαιρία να κάνει την παραγωγή, να σκηνοθετήσει, να γράψει το σενάριο και να πρωταγωνιστήσει σε δυο ταινίες. Η εταιρία έπρεπε να εγκρίνει το σενάριο και τον προϋπολογισμό εφόσον ξεπερνούσε τα 500.000 δολάρια. Ο Γουέλς είχε την ελευθερία να αναπτύξει την υπόθεση του σεναρίου χωρίς καμιά ανάμειξη, να προσλάβει τους ηθοποιούς και τους τεχνικούς και να έχει τον έλεγχο του τελικού μοντάζ, κάτι ανήκουστο για πρωτοεμφανιζόμενο σκηνοθέτη. Πέρασαν 5 μήνες στην R.K.O. προσπαθώντας να υλοποιήσει διάφορα εγχειρήματα χωρίς επιτυχία. Μάλιστα το περιοδικό Hollywood Reporter έγραψε: Τα στοιχήματα δίνουν και παίρνουν στην R.K.O. η συμφωνία του Γουέλς θα λήξει, χωρίς να καταφέρει ο Όρσον να πραγματοποιήσει ταινία εκεί. Η πρώτη του προσπάθεια ήταν να διασκευάσει το μυθιστόρημα του Τζόζεφ Κόνραντ Καρδιά του σκότους, αλλά είχε αμφιβολίες για την τεχνική που θα χρησιμοποιούσε κάποιες λήψεις. Έπειτα σκέφτηκε να διασκευάσει το μυθιστόρημα του Σέσιλ Ντέι Λιούις The Smiler With The Knife, αλλά στο τέλος κατάλαβε ότι θα ήταν καλύτερα να γράψει ένα πρωτότυπο σενάριο.

Ο σεναριογράφος Χέρμαν Μάνκιεβιτς ανάρρωνε από αυτοκινητιστικό δυστύχημα και ο Γουέλς τον είχε προσλάβει αρχικά για να γράψει κάποια επεισόδια για τη ραδιοφωνική σειρά, στην οποία πρωταγωνιστούσε ο Γουέλς με τίτλο The Campbell Playhouse. Ο σεναριογράφος είχε γράψει σενάρια μόνο για δυο ταινίες, μεταξύ του 1935 και του 1940, και χρειαζόταν τη δουλειά. Για τα χρόνια που ακολούθησαν, υπήρχε διαμάχη μεταξύ του Γουέλς και του Μάνκιεβιτς για το ποιος από τους δυο είχε την ιδέα να χρησιμοποιήσει τον Γουίλιαμ Ράντολφ Χερστ ως πρότυπο για το χαρακτήρα του Κέιν. Ο Γουέλς δήλωνε ότι ήταν δική του ιδέα, ενώ η κριτικός κινηματογράφου Πωλίν Κάελ και ο πρώην συνέταιρος του Γουέλς, Τζον Χάουσμαν, υποστήριζαν ότι ήταν του Μάνκιεβιτς. Για πολύν καιρό ο Μάνκιεβιτς ήθελε να γράψει σενάριο με θέμα κάποιο δημόσιο πρόσωπο (ίσως για κάποιο γκάνγκστερ), του οποίου την ιστορία να διηγούνταν κοντινά του πρόσωπα.

Ο Μάνκιεβιτς είχε ήδη γράψει ένα θεατρικό έργο για τον περιβόητο γκάνγκστερ Τζον Ντίλιντζερ με τίτλο The Tree Will Grow. Η ιδέα του να χρησιμοποιηθούν διαφορετικές απόψεις κι οπτικές γωνίες πάνω στο χαρακτήρα του κεντρικού ήρωα, άρεσε στον Γουέλς, αλλά δεν τον ενδιέφερε να ενσαρκώσει τον Ντίλιντζερ. Τότε ο Μάνκιεβιτς και ο Γουέλς επέλεξαν τον Χερστ, ως μοντέλο για τον κεντρικό ήρωα. Ο Μάνκιεβιτς είχε παραβρεθεί σε πολλές δεξιώσεις στο σπίτι του Χερστ, μέχρι που του απαγορεύτηκε η είσοδος λόγω του χρόνιου αλκοολισμού του. Ο σεναριογράφος απεχθανόταν την ιδέα κι είχε ψύχωση με τον Χερστ. Ο Χερστ είχε μεγάλη ισχύ και επιρροή στους κύκλους του Χόλιγουντ και μπορούσε να τη χρησιμοποιήσει, ώστε να διακοπεί η συγγραφή του σεναρίου και γι' αυτό το λόγο ο Γουέλς κι ο Μάνκιεβιτς δούλευαν εκτός Χόλιγουντ. Λόγω του αλκοολισμού του Μάνκιεβιτς, υπήρχαν φορές που είχε πρόβλημα συγκέντρωσης κι ο Χάουσμαν πήγαινε για να βρει τους δυο σεναριογράφους και να βοηθήσει τον Μάνκιεβιτς. Ο Γουέλς άντλησε την έμπνευση από τον Χάουαρντ Χιουζ κι από τον Σάμιουελ Ίνσαλ (που έχτισε ανάκτορο όπερας για τη σύζυγό του). Παρά το γεγονός ότι ο Χάουσμαν κι ο Μάνκιεβιτς είχαν καλές σχέσεις με τον Γουέλς, ενσωμάτωσαν κάποια στοιχεία του χαρακτήρα του στον Κέιν, όπως τη νευρικότητά του.

Κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας του, ο Πολίτης Κέιν αναφερόταν ως RKO 281. Τα γυρίσματα πραγματοποιήθηκαν μεταξύ της 29ης Ιουνίου και της 23ης Οκτωβρίου του 1940 στα στούντιο της Paramount. Για κάποιες σκηνές πραγματοποιήθηκαν εξωτερικά γυρίσματα όπως το πάρκο Balboa στο Σαν Ντιέγκο και ο ζωολογικός κήπος του Σαν Ντιέγκο, ενώ χρησιμοποιήθηκαν φωτογραφίες του κάστρου Οχέκα στο Χάντινγκτον της Νέας Υόρκης για να αναπαραστηθεί το ανάκτορο Ζάναντου, στο οποίο διέμενε ο Κέιν. Ο Γουέλς είχε απαγορεύσει στους ανθρώπους της R.K.O. να επισκέπτονται τα πλατό των γυρισμάτων, καταλάβαινε την επιθυμία τους να έχουν τον έλεγχο της παραγωγής κι ότι περίμεναν ότι θα δημιουργούσε κάτι το συγκλονιστικό που θα ανταποκρινόταν στην επιτυχία του Ο Πόλεμος των Κόσμων. Το συμβόλαιο που είχε υπογράψει όμως του έδινε γενικό έλεγχο πάνω στην παραγωγή και τη δημιουργία της ταινίας, κάτι που δεν επρόκειτο να έχει ποτέ ξανά στο μέλλον όσο συνέχισε να σκηνοθετεί ταινίες. Σύμφωνα με τα αρχεία της R.K.O. η ταινία ξεπέρασε τον αρχικό προϋπολογισμό των 723.800 δολαρίων κατά περίπου 110.000 δολάρια.

Διχογνωμία πριν την πρεμιέρα

Ο Γουέλς είχε τον έλεγχο ενός κινηματογραφικού πλατό στο οποίο επιτρεπόταν είσοδος σε ελάχιστα άτομα, επιτυγχάνοντας έτσι να κρατήσει κρυφή την επιρροή που είχε στην ταινία η ιδιωτική ζωή του Χερστ. Διαφημιστικά έντυπα δήλωναν ότι η έμπνευση για την ταινία δόθηκε από τον Φάουστ του Γκέτε. Η εταιρία R.K.O. υπολόγιζε να κυκλοφορήσει την ταινία στα μέσα του Φεβρουαρίου του 1941. Οι δημοσιογράφοι των διαφόρων περιοδικών της Αμερικής κλήθηκαν για μια δοκιμαστική πρώτη προβολή της ταινίας. Το περιοδικό Friday έπειτα δημοσίευσε ένα άρθρο με θέμα τις ομοιότητες στο χαρακτήρα του Κέιν με εκείνο του Χερστ και ανέφερε ότι ο Γουέλς εξευτέλησε δημόσια τη Λουέλα Πάρσονς, κοσμικογράφο σε ένα από τα περιοδικά του Χερστ. Η Πάρσονς ήταν εξαγριωμένη με τη μυστικότητα κι είχε ζητήσει επανειλημμένα να γίνει δοκιμαστική προβολή της ταινίας. Όταν τελικά παρευρέθηκε στην προβολή, εξαγριώθηκε ακόμα περισσότερο κι έφυγε στα μισά της ταινίας. Στη συνέχεια η Πάρσονς πήρε τηλέφωνο τον Σάφερ της R.K.O. και τον απείλησε με μήνυση αν επέτρεπε την κυκλοφορία του Κέιν. Την επόμενη μέρα το πρωτοσέλιδο της Daily Variety έγραφε: Ο Χερστ εξοστρακίζει την R.K.O. από τις εφημερίδες του. Δυο εβδομάδες αργότερα η απαγόρευση είχε αποσυρθεί για όλα εκτός από το θέμα της κυκλοφορίας του Κέιν.

Τα άρθρα που δημοσιεύονταν από τις εφημερίδες του Χερστ μετά την δοκιμαστική προβολή της ταινίας είχαν ως σκοπό να ασκήσουν πιέσεις στην R.K.O. ώστε να παρεμποδιστεί η κυκλοφορία του Πολίτη Κέιν. Μετά από ένα άρθρο που είχε ως στόχο όλες τις εταιρίες του Χόλιγουντ, ο Λούις Μπι Μάγιερ της Metro-Goldwyn-Mayer έστειλε απεσταλμένο για να μιλήσει με τον Σάφερ, προσφέροντάς του αποζημίωση σε περίπτωση που κατέστρεφε το φιλμ. Ο Σάφερ έμεινε ακλόνητος όμως κι όταν πήρε πράσινο φως από τους νομικούς του συμβούλους, ανακοίνωσε ότι η ταινία επρόκειτο να κυκλοφορήσει στην προκαθορισμένη ημερομηνία, με μια από τις μεγαλύτερες διαφημιστικές εκστρατείες στην ιστορία της R.K.O. Ο Σάφερ κανόνισε μια ιδιωτική προβολή στη Νέα Υόρκη για λογαριασμό όλων των προέδρων των μεγάλων εταιριών του Χόλιγουντ και των δικηγόρων τους. Δεν υπήρχε καμιά αμφιβολία ότι η ταινία χρειαζόταν κάποιες αλλαγές, όπως την αφαίρεση αναφορών που θα μπορούσαν να προσβάλλουν τον Χερστ. Ο Γουέλς συμφώνησε και τότε ανατέθηκε στον μοντέρ (Κι έπειτα διάσημο σκηνοθέτη του Χόλιγουντ) Ρόμπερτ Γουάιζ να κάνει περικοπές. Το τελικό μοντάζ είχε ως αποτέλεσμα αφαίρεση τρεισημίσυ λεπτών κι ικανοποίησε τους δικηγόρους των υπόλοιπων εταιριών του Χόλιγουντ.

Πρεμιέρα και υποδοχή

Ο Πολίτης Κέιν επρόκειτο να κάνει πρεμιέρα στο θέατρο της R.K.O. Radio City Music Hall, αλλά αυτό δεν έγινε, εφόσον η Λουέλα Πάρσονς απείλησε ότι η American Weekly επρόκειτο να δημοσιεύσει συκοφαντικό άρθρο πάνω στη γιαγιά του μετόχου της εταιρίας Νέλσον Ρόκφελερ. Κάποιοι διανομείς φοβήθηκαν εξοστρακισμό και αρνήθηκαν να προβάλουν την ταινία. Ο Σάφερ συμφώνησε με κάποια θέατρα, αλλά ο Γουέλς ήταν ανυπόμονος κι απείλησε την εταιρία με αγωγή. Οι εφημερίδες του Χερστ αρνούνταν να διαφημίσουν την ταινία, η οποία έκανε τελικά πρεμιέρα στη Νέα Υόρκη την 1 Μαΐου του 1941, ενώ ακολούθησαν προβολές σε Σικάγο και Λος Άντζελες. Η ταινία τα πήγε καλά στα μεγάλα αστικά κέντρα, αλλά δεν κατάφερε να έχει επιτυχία σε υπαίθριες πόλεις. Η R.K.O. είχε ακόμη προβλήματα με το να βρει διανομείς για την ταινία. Μια αλυσίδα κινηματογράφων έλεγχε περισσότερες από 500 αίθουσες, αλλά αρνούνταν να προβάλει την ταινία. Ο εκφοβισμός από τις εφημερίδες του Χερστ είχε πιάσει τόπο κι η ταινία είχε ζημία για την R.K.O. κατά την πρώτη της προβολή.

Οι κριτικές της ταινίας ήταν διθυραμβικές, παρά το γεγονός ότι κάποιοι κριτικοί διχάστηκαν από τη ριζοσπαστική σκηνοθεσία του Γουέλς που απέκλεινε από τα χολιγουντιανά στερεότυπα. Ο Τζον Ο' Χάρα της Newsweek την αποκάλεσε την καλύτερη ταινία που είδε ποτέ. Ο Μπόσλεϊ Κράουδερ των New York Times έγραψε ότι επρόκειτο ίσως για την καλύτερη ταινία που φτιάχτηκε ποτέ στο Χόλιγουντ". Ο Ότις Φέργκιουσον στην κριτική του για την New Reppublic έγραψε ότι επρόκειτο για την πιο τολμηρή μεγάλη παραγωγή από την περίοδο που γύριζαν ταινίες μεγάλοι κινηματογραφιστές όπως ο Γκρίφιθ κι ο Μπλίτσερ. Η Κέιτ Κάμερον της New York Daily-News έγραψε ότι επρόκειτο για την πιο ενδιαφέρουσα και τεχνικά ανώτερη ταινία που γυρίστηκε ποτέ από εταιρία του Χόλιγουντ.

Βραβεία

Ο Πολίτης Κέιν προτάθηκε για 9 βραβεία όσκαρ, μεταξύ των οποίων και για Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας. Το βράδυ της απονομής, σύμφωνα με τον Ρόμπερτ Γουάιζ, κάθε φορά που γινόταν αναφορά στην ταινία το κοινό αποδοκίμαζε. Τα περισσότερα στελέχη του Χόλιγουντ δεν ήθελαν να προβληθεί η ταινία δεδομένες τις απειλές του Χερστ. Σύμφωνα με το περιοδικό Variety συστηματική καταψήφιση του Γουέλς από κομπάρσους που έλαβαν μέρος στην ψηφοφορία στοίχισε στον Γουέλς το Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας,Σκηνοθεσίας και Α' Ανδρικού Ρόλου. Η ταινία κέρδισε τελικά το Όσκαρ Πρωτότυπου Σεναρίου, ενώ το Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας πήγε στην ταινία του Τζον Φορντ, Η κοιλάδα της κατάρας (How Green was my Valley, 1941).

Βράβευση:

  • Πρωτότυπου Σεναρίου – Όρσον Γουέλς & Χέρμαν Μάνκιεβιτς

Υποψηφιότητα:

  • Καλύτερης Ταινίας – Όρσον Γουέλς
  • Σκηνοθεσίας – Όρσον Γουέλς
  • Α’ Ανδρικού Ρόλου – Όρσον Γουέλς
  • Φωτογραφίας, Ασπρόμαυρη Ταινία – Γκρεγκ Τόλαντ
  • Μοντάζ – Ρόμπερτ Γουάιζ
  • Καλλιτεχνικής Διεύθυνσης - Πέρι Φέργκιουσον, Βαν Νεστ Πόλγκλεϊς, Α. Ρόλαντ Φιλντς & Ντάρελ Σιλβέρα
  • Μουσικής Επιμέλειας - Μπέρναρντ Χέσμαν
  • Ήχου - Τζον Ο. Άαλμπεργκ

Περαιτέρω αναγνωρίσεις που έλαβε η ταινία τη χρονιά της προβολής της, ήταν το βραβείο Καλύτερης Ταινίας από το Σωματείο των Κριτικών της Νέας Υόρκης, καθώς και τα βραβεία καλύτερης ερμηνείας για τους Όρσον Γουέλς και Τζορτζ Κουλούρης από το National Board of Review. Το National Board of Review συμπεριέλαβε την ταινία στη λίστα με τις δέκα καλύτερες ταινίες του 1941.

Η Κινηματογραφική Λέσχη του Φ.Ο.Υ 2019-2020 θα προβάλει την ταινία:

"Ημερολόγια Μοτοσικλέτας" (2004)
ΣΕ ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ ΒΑΛΤΕΡ ΣΑΛΕΣ

Δευτέρα  11/11/2019 & ΩΡΑ 21:00

ΕΙΣΟΔΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΗ


Τα Ημερολόγια Μοτοσικλέτας (πρωτότυπος τίτλος: Diarios de motocicleta) είναι βιογραφική ταινία για τον νεαρό άνδρα που αργότερα θα γίνει γνωστός ως ο μαρξιστής επαναστάτης Τσε Γκεβάρα.

Η ταινία αφηγείται την ιστορία για ένα ταξίδι με μοτοσικλέτες στη Νότια Αμερική που έκανε ο νεαρός Τσε και με τον φίλο του Αλμπέρο το 1952. Απεικονίζει τη βαθμιαία ανάπτυξη των πολιτικών απόψεων του Γκεβάρα, αλλά δεν γίνεται καμία αναφορά στα επαναστατικά του κατορθώματα, παρά μόνο σε ένα μικρό κομμάτι στο τέλος της ταινίας.

Βασίστηκε στα βιβλία "Diarios de motocicleta" του Γκεβάρα και του Αλμπέρτο Γρανάδο. Το ρόλο του Τσε ερμηνεύει ο μεξικανός ηθοποιός Γκαέλ Γκαρσία Μπερνάλ και τον φίλο του Γρανάδο, ερμηνεύει ο Ροδρίγο ντε λα Σέρνα.

Η ταινία σκηνοθετήθηκε από τον βραζιλιάνο σκηνοθέτη Βάλτερ Σάλες και γράφτηκε από τον πορτορικανό σεναριογράφο Χοσέ Ριβέρα ενώ είναι μια συμπαραγωγή μεταξύ εταιριών από την Αργεντινή, τις Η.Π.Α., τη Γερμανία, τη Χιλή, το Περού, τη Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο.

Πλοκή

Βασισμένη στο ημερολόγιο του Τσε Γκεβάρα, η ταινία περιγράφει το μακρύ ταξίδι του Γκεβάρα και του φίλου του Αλμπέρτο Γρανάδο κατά μήκος της Νότιας Αμερικής, που θα τους κάνει να γνωρίσουν μια άλλη πραγματικότητα από αυτή του αριστοκρατικού Μπουένος Άιρες.

Περιοχές ταξιδιού

Στο ταξίδι τους, το οποίο διαρκεί οκτώ μήνες, ο Τσε και ο Αλμπέρτο ταξίδεψαν 13.000 χιλιόμετρα, από την Αργεντινή μέχρι τη Χιλή, το Περού, την Κολομβία και τη Βενεζουέλα. Οι περιοχές στις οποίες έγινε το ταξίδι είναι:

Μπουένος Άιρες, Αργεντινή
Σαν Μάρτιν ντε λος Άντες, Αργεντινή
Λάγο Φρίας, Παταγονία, Αργεντινή
Τεμούκο, Χιλή
Βαλπαραΐσο, Χιλή
Ατακάμα, Χιλή
Τσουκικαμάτα, Χιλή
Κούσκο, Περού
Μάτσου Πίτσου, Περού
Λίμα, Περού
San Pablo Leper Colony, Περού.
Λετίσια, Κολομβία
Καράκας, Βενεζουέλα

Διανομή

Γκαέλ Γκαρσία Μπερνάλ - Τσε Γκεβάρα
Ροδρίγο ντε λα Σέρνα - Αλμπέρτο Γρανάδο
Μερσέδες Μοράν - Celia de la Serna
Ζαν Πιέρ Νοέν - Ernesto Guevara Lynch
Λούκας Όρο - Roberto Guevara
Marina Glezer - Celita Guevara
Sofia Bertolotto - Ana María Guevara
Franco Solazzi - Juan Martín Guevara
Ricardo Díaz Mourelle - Uncle Jorge
Diego Giorzi - Rodolfo
Facundo Espinosa - Tomás Granado
Μία Μαέστρο - Chichina

Η Κινηματογραφική Λέσχη του Φ.Ο.Υ 2019-2020 θα προβάλει την ταινία:

 

"Ζ" (1969)

ΣΕ ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ Κώστα Γαβρά

Δευτέρα  4/11/2019 & ΩΡΑ 21:00

 

ΕΙΣΟΔΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΗ

Ζ είναι ο τίτλος ταινίας του Κώστα Γαβρά, παραγωγής 1969, με θέμα τη δολοφονία του αριστερού βουλευτή της ΕΔΑ, Γρηγόρη Λαμπράκη, και την αναζήτηση των ενόχων από τον ανακριτή Χρήστο Σαρτζετάκη, μετέπειτα Πρόεδρο της Ελληνικής Δημοκρατίας. Το σενάριο, διασκευή του ομώνυμου μυθιστορήματος που έγραψε το 1966 ο Βασίλης Βασιλικός, υπέγραψε ο Ισπανός συγγραφέας Χόρχε Σεμπρούν, ο οποίος αργότερα έγινε υπουργός Πολιτισμού της Ισπανίας. Πρόθεση των δημιουργών ήταν το «Ζ» του τίτλου να προφέρεται «Ζει» και όχι «ζήτα», καθώς ήθελαν να εκφράζει ηχητικά το ρήμα που ακουγόταν στις διαδηλώσεις που έγιναν όταν σκοτώθηκε ο βουλευτής - «Λαμπράκη ζεις, εσύ μας οδηγείς» και «Ζει, Ζει, Ζει».

Ιστορικό της ταινίας και γυρίσματα

Ο αδελφός του Κώστα Γαβρά είχε υπηρετήσει στον στρατό μαζί με τον συγγραφέα Βασίλη Βασιλικό και ήταν φίλοι. Όταν διάβασε το Ζ του Βασιλικού για την υπόθεση Λαμπράκη, το πρότεινε αμέσως στον αδελφό του. Εκείνος το είδε θετικά, αλλά δεν βιάστηκε να το υλοποιήσει. Εντούτοις όταν έγινε το πραξικόπημα των συνταγματαρχών τον Απρίλη του 1967, ο Γαβράς αποφάσισε αμέσως να κάνει την ταινία. Η ταινία είναι γαλλόφωνη, ενώ τα γυρίσματα έγιναν στην Αλγερία (η τότε σοσιαλιστική αλγερινή κυβέρνηση του FLN βοήθησε πρόθυμα με τα γυρίσματα) και πρωταγωνιστούν κυρίως Γάλλοι ηθοποιοί, με ορισμένες εξαιρέσεις (όπως η Ελληνίδα Ειρήνη Παππά).

Η ταινία είχε κάποιες μικροδιαφορές στην πλοκή τόσο σε σύγκριση με το βιβλίο όσο και με την πραγματικότητα, αλλά ορισμένες σκηνές είναι αυτούσια μεταφορά των γεγονότων, με κυριότερο παράδειγμα την εναρκτήρια σκηνή της ταινίας με τις ομιλίες του Υφυπουργού Γεωργίας και του Στρατηγού της Χωροφυλακής: η σκηνή αυτή αποτελεί σχεδόν αυτολεξεί μεταφορά της ομιλίας του Υφυπουργού Γεωργίας, Παναγιώτη Σταυρόπουλου, και του Γενικού Επιθεωρητή Χωροφυλακής Βορείου Ελλάδος, Κωνσταντίνου Μήτσου, που έγινε το μεσημέρι της 22ας Μαΐου 1963 στο τότε Υπουργείο Βορείου Ελλάδος (Διοικητήριο Θεσσαλονίκης), λίγες ώρες πριν από την δολοφονία Λαμπράκη.

Πλοκή

Η ταινία δεν αναφέρει ότι αφορά την Ελλάδα, αλλά αυτό διαφαίνεται από διάφορα ελληνικά στοιχεία. Αρχίζει με έναν εμπαθή Στρατηγό της Χωροφυλακής που εκπροσωπεί τη δεξιά κυβέρνηση να βγάζει λογύδριο για την απόφαση των αρχών να πατάξουν τους κομμουνιστές, και μετά δείχνει έναν ειρηνιστή επιστήμονα και βουλευτή, τον Ιβ Μοντάν, να προετοιμάζει μια εκδήλωση της αντιπολίτευσης, στην οποία ο ίδιος θα μιλούσε για πυρηνικό αφοπλισμό. Η οργάνωση της εκδήλωσης αυτής σκοντάφτει σε μια σειρά από εμπόδια. Τελικά διοργανώνεται και ο ειρηνιστής βουλευτής κάνει την ομιλία του, αλλά λίγες ώρες αργότερα υποκύπτει στα χτυπήματα που δέχεται από παρακρατικούς έξω από τον χώρο της εκδήλωσης.

Στην ταινία η επίθεση γίνεται μπροστά στα μάτια της αστυνομίας, που δεν επεμβαίνει για να συλλάβει τους δράστες, και αυτοί απομακρύνονται με το αυτοκίνητό τους, αφού ο ένας από αυτούς χτυπήσει τον βουλευτή στο κεφάλι με ένα λοστό. Οι αρχές πιέζουν τους μάρτυρες να καταθέσουν ότι επρόκειτο για τροχαίο και ότι ο οδηγός του οχήματος ήταν μεθυσμένος. Διενεργείται όμως ιατροδικαστική αυτοψία και πιστοποιείται ότι ο θάνατος δεν προκλήθηκε από τροχαίο. Ο ανακριτής που εξετάζει την υπόθεση (Ζαν-Λουί Τρεντινιάν) με τη βοήθεια ενός φωτορεπόρτερ (Ζακ Περέν) αποκαλύπτουν ότι ο φόνος διαπράχθηκε από δύο άνδρες και βρίσκουν στοιχεία που ενοχοποιούν και τέσσερα στελέχη της χωροφυλακής. Εντούτοις η κυβέρνηση προσπαθεί να συγκαλύψει την υπόθεση, παίρνει το φάκελο από τον ανακριτή, που έδειχνε αποφασισμένος να χαρακτηρίσει τον θάνατο του βουλευτή δολοφονία, και οι αυτόπτες μάρτυρες εξαφανίζονται ή σκοτώνονται κάτω από αδιευκρίνιστες και ύποπτες συνθήκες. Οι υπαίτιοι καταδικάζονται σε σχετικά ελαφρές για το έγκλημά τους ποινές. Οι αξιωματικοί της χωροφυλακής δέχονται κυρίως διοικητικές ποινές, οι στενοί συνεργάτες του Γρηγόρη Λαμπράκη απελαύνονται ή πεθαίνουν και ο φωτορεπόρτερ φυλακίζεται με την κατηγορία ότι έδωσε στη δημοσιότητα απόρρητα στοιχεία.

Προτού αρχίσουν να πέφτουν οι τίτλοι του τέλους, ο Γαβράς δείχνει μια λίστα από όσα απαγορεύει η χούντα που επιβλήθηκε στην Ελλάδα λίγα χρόνια μετά το θάνατο του Λαμπράκη. Ανάμεσα σε αυτά είναι τα ειρηνευτικά κινήματα, οι απεργίες, η συγκρότηση εργατικών σωματείων, τα μακριά μαλλιά στους άνδρες, η μουσική των Beatles, ο Λέων Τολστόι, ο Ιονέσκο, ο Ζαν Πολ Σαρτρ, η ελευθεροτυπία, αλλά και το γράμμα «Ζήτα» που θυμίζει τον Λαμπράκη.

Ρόλοι

 

Η Κινηματογραφική Λέσχη του Φ.Ο.Υ 2019-2020 θα προβάλει την ταινία:

 

"Η Διάσωση του Στρατιώτη Ράιαν" (1998)

ΣΕ ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ Στίβεν Σπίλμπεργκ

Τρίτη 29/10/2019 & ΩΡΑ 18:00

 

ΕΙΣΟΔΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΗ

 

Π Ρ Ο Σ Κ Λ Η Σ Η

 

Ο Φιλοπρόοδος Όμιλος Υμηττού σας προσκαλεί στην εκδήλωση    «ΕΘΝΙΚΗ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ» με ομιλητή τον κο. Γιάννη Μπαλάφα, πρώην Υπουργό και Βουλευτή, την Τρίτη 29 Οκτωβρίου 2019 και ώρα 21:00. Η εκδήλωση θα πραγματοποιηθεί στο πλαίσιο του αφιερώματος της  Κινηματογραφικής Λέσχης του Φ.Ο.Υ η οποία για τον μήνα Οκτώβριο είναι αφιερωμένη στον

«Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο».

 

 

 

Θα έχει προηγηθεί η προβολή της επικής πολεμικής ταινίας

 «Η διάσωση του στρατιώτη Ράιαν» η οποία θα ξεκινήσει στις 18.00.

 

Η παρουσία σας θα μας τιμήσει.

 

Με εκτίμηση για το Δ.Σ.

Η Πρόεδρος Λένα Ρούσσου

 

Η Διάσωση του Στρατιώτη Ράιαν (Saving Private Ryan) είναι μια ταινία του 1998 που αναφέρεται στην απόβαση στη Νορμανδία στο Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Η ταινία σκηνοθετήθηκε από τον Στίβεν Σπίλμπεργκ και πρωταγωνιστεί ο Τομ Χάνκς. Και οι δύο διεκδίκησαν το Όσκαρ Σκηνοθεσίας και Α' Αντρικής Ερμηνείας, αντίστοιχα, και ο πρώτος κατάφερε να το κερδίσει για δεύτερη φορά. Στην ταινία παίζουν επίσης οι Ματ Ντέιμον, Μπάρι Πέπερ, Τζιοβάνι Ριμπίζι και Έντουαρντ Μπέρν

Υπόθεση

Από το πρωί της 6ης Ιουνίου 1944 οι Αμερικανοί στρατιώτες ετοιμάζονται να αποβιβαστούν στην Omaha Beach. Παλεύουν ενάντια στα πυρά του γερμανικού πεζικού τα οποία σκότωσαν πολλά άτομα. Ο Λοχαγός John H. Miller, ο οποίος ήταν ο διοικητής του λόχου με κωδικό όνομα Τσάρλι, επιβιώνει από την αρχική απόβαση και συγκεντρώνει μια ομάδα στρατιωτών για να διεισδύσουν στις γερμανικές άμυνες, για να ξεμπλοκάρει την παραλία. Επίσης ενώ οι άλλες παραλίες είχαν καλή υποστήριξη από πυροβολικό και από αέρα, η Omaha δεν είχε…για αυτό παραλίγο να καταλήξει και σε μεγάλη αποτυχία η απόβαση εκεί. Ακόμα δεν μπόρεσαν να επέμβουν τα τανκ λόγω ισχυρών ρευμάτων στην θάλασσα. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, στο Τμήμα Πολέμου στην Ουάσιγκτον D.C., ο Στρατηγός George Marshall ενημερώνεται ότι τρία από τα τέσσερα αδέλφια της οικογένειας Ράιαν πέθαναν μέσα σε λίγες μέρες και ότι η μητέρα τους θα λάβει και τα τρία τηλεγραφήματα την ίδια ημέρα. Μαθαίνει επίσης ότι ο τέταρτος γιος, James Francis Ryan του λόχου Baker, 506ου συντάγματος πεζικού αλεξιπτωτιστών, 101ης Αερομεταφερόμενης Μεραρχίας λείπει σε δράση κάπου στη Νορμανδία. Μετά την ανάγνωση μιας προσωπικής επιστολής του Αβραάμ Λίνκολν στους επιτελείς του, ο Μάρσαλ διατάζει να βρεθεί ο Ryan και να σταλεί στο σπίτι αμέσως, εξαιτίας της ακολουθούμενης πολιτικής (Survivor Policy). Στη Γαλλία, τρεις ημέρες μετά την D-Day, ο Miller δέχεται διαταγές να βρει τον στρατιώτη Ryan. Συγκεντρώνει έξι άνδρες από τον λόχο του (Horvath, Mellish, Reiben, Τζάκσον, Wade, και Caparzo), συν έναν αποσπασμένο από την 29η Μεραρχία Πεζικού (Upham), ο οποίος μιλά άπταιστα γαλλικά και γερμανικά, για να εκτελέσει το έργο του. Με καμία πληροφορία για την τύχη του Ryan, ο Miller και οι άντρες του κινήθηκαν προς την Neuville. Στα περίχωρα της Neuville συναντάει μια διμοιρία από την 101η Αερομεταφερόμενη Μεραρχία. Μετά την είσοδο στην πόλη κάτω από δυνατή βροχή, ο Caparzo πέφτει τραυματίας από έναν ελεύθερο σκοπευτή, και σιγά-σιγά αιμορραγεί μέχρι θανάτου, αφού κανείς δεν μπορεί να βγει στα ανοιχτά χωρίς να χτυπηθεί. Ο Jackson τελικά σκοτώνει τον ελεύθερο σκοπευτή και μετά από λίγο ο Caparzo πεθαίνει. Αργότερα θα εντοπίσουν τον στρατιώτη Frederick James Ryan από τη Μινεσότα, αλλά σύντομα συνειδητοποιούν ότι δεν είναι ο άνθρωπος τους. Μετά βρίσκουν ένα μέλος του Λόχου Charlie, του 506ου συντάγματος, που τους ενημερώνει ότι η ζώνη προσγείωσης του ήταν η Vierville και ότι οι Baker και Τσάρλι είχαν το ίδιο σημείο προσγείωσης. Στη συνέχεια, ο Miller εντοπίζει ένα φίλο του Ryan, ο οποίος αποκαλύπτει ότι ο Ryan υπερασπίζεται μια στρατηγικής σημασίας γέφυρα πάνω από τον ποταμό Merderet στην πόλη Ramelle. Στο δρόμο προς τη Ramelle, ο Miller αποφασίζει να πάρει την ευκαιρία να εξουδετερώσει σε μια μικρή γερμανική θέση ένα πολυβόλο κοντά σε ένα εγκαταλειμμένο σταθμό ραντάρ, παρά τους ενδοιασμούς των ανδρών του. Τελικά ο Wade τραυματίζεται θανάσιμα σε αυτήν την αψιμαχία. Ο τελευταίος επιζών γερμανός , γνωστός μόνο ως «Steamboat Willie», επισύρει την οργή του συνόλου των μελών της ομάδας, εκτός του Upham, ο οποίος διαμαρτύρεται στον Miller που αφήνει να πυροβολήσουν τον γερμανό στρατιώτη. Ο γερμανός παρακαλεί για τη ζωή του και ο Miller αποφασίζει να τον αφήσει να φύγει με δεμένα μάτια και να παραδώσει τον εαυτό του στην επόμενη περίπολο των Συμμάχων. Βλέποντας την απόφαση του Miller να αφήσει τον εχθρό ελεύθερο , πλέον δεν είναι σίγουροι για την ηγεσία του Miller. Ο Reiben δηλώνει την πρόθεσή του να εγκαταλείψει την ομάδα και την αποστολή, που οδήγησαν στη σύγκρουση με τον Horvath. Το επιχείρημα θερμαίνεται, μέχρι ο Miller να πάρει την κατάσταση στα χέρια του και αποκαλύπτοντας το προπολεμικό επάγγελμά του ως καθηγητής αγγλικών, ένα ζήτημα για το οποίο η ομάδα είχε δημιουργήσει ένα στοίχημα. Μετά από αυτό ο Reiben τότε αποφασίζει να μείνει. Η ομάδα φτάνει τελικά στα περίχωρα της Ramelle, όπου βρίσκουν τρεις αλεξιπτωτιστές όπου καταστρέφουν ένα γερμανικό άρμα. Μεταξύ των αλεξιπτωτιστών είναι ο Ryan. Μετά την είσοδο στη Ramelle, ο Ryan ενημερώνεται για το θάνατο των τριών αδελφών του, και για την αποστολή τους για να τον φέρουν πίσω στο σπίτι του , και ότι δύο ζωές είχαν χαθεί στην αναζήτηση τους για να τον βρουν. Ο Ryan λυπάται βαθύτατα για την απώλεια των αδελφών του, αλλά δεν αισθάνεται ότι είναι δίκαιο να πάει σπίτι του, και καθώς κοιτάζοντας τη μικρή ομάδα του, των οποίων καθήκον ήταν να υπερασπιστούν μια γέφυρα και να καταστρέψουν μια γερμανική μηχανοκίνητη μονάδα που πλησίαζε αποφασίζει να μείνει. Ο Miller τότε αποφασίζει να πάρει την κυριαρχία στα χέρια του και να υπερασπιστεί τη γέφυρα με το λίγο ανθρώπινο δυναμικό και τους πόρους που ήταν διαθέσιμοι. Παρά όμως τις βαριές απώλειες που προκάλεσαν στην γερμανική ομάδα , ακόμη και την καταστροφή δύο τανκ με κολλητικές βόμβες (κάλτσες γεμισμένες με δυναμίτη και στη συνέχεια επικαλυμμένες με παχύρρευστο γράσο), οι περισσότεροι από τους άνδρες-συμπεριλαμβανομένων του Jackson, Mellish, και Horvath-σκοτώνονται. Στην προσπάθεια του να ανατινάξει τη γέφυρα, ο Miller πυροβολείται και τραυματίζεται θανάσιμα. Ακριβώς πριν φτάσει ένα Tiger I από τη μία πλευρά της γέφυρας στην άλλη, ένα αμερικανικό P-51 Mustang πετά από πάνω του και το καταστρέφει, μετά ακολουθεί ένα μάστανγκ και η προώθηση του αμερικανικού πεζικού μαζί με M4 Sherman δεξαμενές που κατατροπώνουν τους υπόλοιπους Γερμανούς. Ο Upham, ο οποίος είχε αποκοπεί από τους Αμερικανούς και είχε κρύφτηκε σε ένα χαντάκι τοποθετημένο δίπλα στους Γερμανούς στρατιώτες, εκτελεί τον Steamboat Willie όπου τον βρήκε με μια ομάδα παραδομένων Γερμανών, αφού τον είχε παρακολουθήσει να είναι αυτός που πυροβόλησε τον Miller. Ο Ryan, Reiben, και Upham είναι οι μόνοι επιζώντες από τη μάχη. Ο Ryan είναι μαζί με τον Miller καθώς πεθαίνει και λέει τα τελευταία του λόγια, "Τζέιμς ... κέρδισε αυτό. Κέρδισέ το." Την παρούσα ημέρα, ο Ryan, τώρα ένας ηλικιωμένος βετεράνος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, μαζί με την οικογένειά του, επισκέπτεται το αμερικανικό Νορμανδικό Νεκροταφείο και Μνημείο στην Νορμανδία, στην Γαλλία. Εκεί ο Ryan αφού βρει τον τάφο του Miller, ζητά από τη σύζυγό του να επιβεβαιώσει ότι έχει κάνει μια καλή ζωή και ότι αυτός είναι ένας «καλός άνθρωπος» και ως εκ τούτου άξιζε τη θυσία του Miller και των υπολοίπων. Στη συνέχεια χαιρετίζει τον τάφο του Miller.

Παραγωγή

Το 1994, ο Robert Rodat είδε ένα μνημείο στο Putney Corners, στο Νιου Χάμσαϊρ, για εκείνους που σκοτώθηκαν από τον εμφύλιο πόλεμο στο Βιετνάμ. Παρατήρησε τα ονόματα οκτώ αδελφών που έχασαν τη ζωή τους κατά τη διάρκεια του Αμερικανικού Εμφυλίου Πολέμου. Εμπνευσμένος από αυτή την ιστορία, ο Rodat έκανε κάποια έρευνα και αποφάσισε να γράψει μια παρόμοια ιστορία που θα αναφερόταν στο Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Για το σενάριο ο Rodat ενημέρωσε τον παραγωγό Mark Gordon, στον οποίο άρεσε η ιστορία, αλλά έκανε δεκτό το κείμενο μετά από 11 αναδιατυπώσεις. Ο Γκόρντον μοιράστηκε το τελικό σενάριο με τον Χανκς, που του άρεσε και με τη σειρά τους το πέρασαν στον Σπίλμπεργκ για να το κατευθύνει. Η ημερομηνία πρώτης λήψης ορίστηκε για τις 27 του Ιούνη 1997. Πριν από τη μαγνητοσκόπηση , αρκετά από τα αστέρια της ταινίας, όπως ο Edward Burns, Barry Pepper, Vin Diesel, Άνταμ Γκόλντμπεργκ, Giovanni Ribisi, και ο Τομ Χανκς, πέρασαν δέκα ημέρες στρατιωτικής εκπαίδευσης και εργασίας για την ταινία για να προετοιμαστούν για τον ρόλο τους. Τον Matt Damon δεν τον έφεραν σκόπιμα στο στρατόπεδο, για να κάνει την υπόλοιπη ομάδα να αισθάνεται δυσαρέσκεια προς το χαρακτήρα. Ο Σπίλμπεργκ είχε δείξει ήδη το ενδιαφέρον του για τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο με τα θέματα των ταινιών του σχετικά με το 1941, η Αυτοκρατορία του Ήλιου, Λίστα του Σίντλερ, και το Indiana Jones. Ο Σπίλμπεργκ είπε, «Νομίζω ότι ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος είναι το σημαντικότερο γεγονός των τελευταίων 100 χρόνων. Οι Baby Boomers, ακόμη και οι Generation X είναι συνδεδεμένοι με αυτόν. Από εκεί και πέρα εγώ πάντα ενδιαφερόμουν για τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Οι πρώτες μου ταινίες σε ηλικία 14 ετών ήταν συνδυασμός εικόνων μάχης στο έδαφος και τον αέρα. Χρόνια τώρα ψάχνω να γυρίσω την σωστή ταινία για τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, και όταν ο Robert Rodat έγραψε την Διάσωση του Στρατιώτη Ryan, την βρήκα.» Οι D-Day σκηνές γυρίστηκαν στις παραλίες του Ballinesker και Curracloe Strand , ακριβώς ανατολικά της Curracloe, Wexford, στην Ιρλανδία. Τα γυρίσματα ξεκίνησαν 27 Ιουνίου του 1997, και κράτησαν για δύο μήνες. Ορισμένα γυρίσματα έγιναν στη Νορμανδία. Επίσης στην Νορμανδία υπάρχει αμερικανικό νεκροταφείο και μνημείο στην Colleville-sur-Mer και Calvados. Άλλες σκηνές γυρίστηκαν σε αγγλικές τοποθεσίες όπως το πρώην εργοστάσιο της British Aerospace, στο Λονδίνο, στην Οξφόρδη, και το Wiltshire.

Σκηνοθετώντας

Η διάσωση του στρατιώτη Ryan έχει λάβει πολύ καλές κριτικές για το ρεαλισμό των σκηνών μάχης. Ειδικότερα η σκηνή που αναπαράγει την απόβαση στην παραλία Omaha ψηφίστηκε «καλύτερη σκηνή μάχης όλων των εποχών» από το αγγλικό περιοδικό Empire και κατετάγη νούμερο ένα στην λίστα του TV Guide στην λίστα με τις «50 καλύτερες στιγμές του κινηματογράφου». Το κόστος ανήλθε σε 12 εκατομμύρια αμερικανικά δολάρια, ενώ χρησιμοποιήθηκαν 1500 κομπάρσοι, εκ των οποίων αρκετά μέλη των ιρλανδικών ενόπλων δυνάμεων. Επιπλέον 20 έως 30 πραγματικά ακρωτηριασμένοι χρησιμοποιήθηκαν για να απεικονίσουν τους αμερικανούς στρατιώτες που ακρωτηριάστηκαν κατά την απόβαση. Η αναπαράσταση των ενεργειών του λόχου Charlie με επικεφαλής του τον λοχαγό Ραλφ Ε. Goranson, στην αρχική σκηνή ήταν ιστορικά ορθή. Ακόμα και οι λεπτομέρειες των γεγονότων είναι πολύ κοντά στην ιστορική πραγματικότητα, συμπεριλαμβανομένων της ναυτίας που ένιωσαν οι στρατιώτες όσο τα αποβατικά πλησίαζαν την ακτή, των σημαντικών απωλειών στο πρώτο κύμα της απόβασης και της δυσκολίας επικοινωνίας των γειτονικών μονάδων στην ακτή. Οι συναφείς λεπτομέρειες των δράσεων του λόχου ήταν επίσης ορθές, για παράδειγμα, χρησιμοποιήθηκαν τα σωστά κωδικά ονόματα για τον τομέα επίθεσης και για τους γειτονικούς τομείς. Συμπεριλήφθηκαν όμως στην κινηματογραφική απεικόνιση της απόβασης μία σκηνή, αυτή της εκτίναξης του φρουρίου στην κορυφή των βράχων, που δεν ήταν μέρος των αποστολών του λόχου, παρά έγινε όμως μετά την αναρρίχηση στους βράχους του Pointe du Hoc. Στα αποβατικά σκάφη που χρησιμοποιήθηκαν συμπεριλαμβάνονται δώδεκα πραγματικά σκάφη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, 10 LCVP και 2 LCM, τα οποία αντικατέστησαν τα LCA, τα οποία στην πραγματικότητα μετέφεραν τους λόχους Ρειντζερ στην απόβαση της Νορμανδίας. Οι κινηματογραφιστές χρησιμοποίησαν υποβρύχιες κάμερες για να καταφέρουν να απεικονίσουν καλύτερα τους στρατιώτες που χτυπήθηκαν από σφαίρες μέσα στο νερό. Σαράντα βαρέλια ψεύτικο αίμα χρησιμοποιήθηκαν για να προσομοιώσουν την επίδραση του ανθρώπινου αίματος στο θαλασσινό νερό. Παρόλα αυτά, δεν ήταν το ίδιο εύκολο να αποδώσουν τόσο ρεαλιστικά και τα γερμανικά άρματα μάχης και τεθωρακισμένα οχήματα, αφού λίγα έχουν διασωθεί σε καλή κατάσταση. Τα άρματα Tiger I ήταν αντίγραφα των κανονικών, ενώ τα Panzer θύμιζαν αρκετά Marder III, καθώς το ένα ήταν κατασκευασμένο σε πλαίσιο του τσέχικου Panzer 38(t), ένα άρμα παρόμοιο με το Marder III, ενώ το άλλο ήταν ένα τροποποιημένο αισθητικά σουηδικό Stridsvagn m/41, το οποίο χρησιμοποιεί την βάση του Panzer 38(t). Αναπόφευκτα οι κινηματογραφιστές, εξαιτίας της καλλιτεχνικής αδείας, πρόσθεσαν αρκετό δράμα στην ταινία. Ένα από τα πιο αξιοσημείωτα σημεία είναι η απεικόνιση της 2ης Μεραρχίας PanzerSS ως αντιπάλου κατά την διάρκεια της φανταστικής μάχης της Ramelle, καθώς η συγκεκριμένη μεραρχία δεν συμμετείχε στην Νορμανδία, παρά μόνο τον Ιούλιο 160 χιλιόμετρα ανατολικά, στην Caen, εναντίον Βρετανών και Καναδών. Επιπλέον οι γέφυρες του ποταμού Merderet δεν αποτελούσαν στόχο της 101ης Αερομεταφερόμενης Μεραρχίας, αλλά της 82ης. Γενικά πολλές επισημάνσεις έχουν γίνει για «τραγικά λάθη» που έγιναν τόσο από αμερικανούς όσο και από γερμανούς στρατιώτες, κατά την διάρκεια της μάχης στην ταινία, με τον ίδιο τον Σπίλμπεργκ να απαντά πως επέλεξε να αντικαταστήσει τις σωστές στρατιωτικές τακτικές αυστηρής ιστορικής ακρίβειας για να δείξει τις δραματικές επιπτώσεις των ανθρώπινων ενεργειών. Για να επιτευχθεί ο ήχος και η ποιότητα που θα ήταν πιστά στην πραγματικότητα, ο Σπίλμπεργκ συνεργάστηκε με τον κινηματογραφιστή Janusz Kamiński, και είπε για τους στόχους τους: «Στην αρχή, γνωρίζαμε πως δεν επιθυμούσαμε να φτιάξουμε ένα υπερθέαμα για τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά κάτι που να θυμίζει υλικό της δεκαετίας του 1940, όταν η τεχνολογία δεν είχε αναπτυχθεί» Ο Kamiński αφαίρεσε τις προστατευτικές επικαλύψεις από τους φακούς κάθε κάμερας, καθιστώντας τους πιο κοντά σε αυτούς της δεκαετίας του 40, εξηγώντας ότι: «χωρίς τις προστατευτικές επικαλύψεις το φως εισέρχεται στην κάμερα και αρχίζει να αναπηδά γύρω, κάτι που το καθιστά λίγο πιο διάχυτο και μαλακό, χωρίς να χάνεται η εστίαση.». Οι κινηματογραφιστές ολοκλήρωσαν αυτή την διαδικασία τοποθετώντας τα αρνητικά σε χλωρίνη, μειώνοντας την φωτεινότητα και τον κορεσμό των χρωμάτων. Επίσης άλλαξαν το χρόνο του κλείστρου καθιστώντας τις κινήσεις των στρατιωτών κοφτές και τις εκρήξεις πιο ρεαλιστικές. Διανομή Η ταινία διανεμήθηκε από την DreamWorks στη Βόρεια Αμερική και διεθνώς από την Paramount Pictures. Ως αποτέλεσμα της απόκτησης της DreamWorks από την Paramount το 2005, η Paramount απέκτησε τα δικαιώματα διανομής στην Βόρεια Αμερική (και μετά της διαίρεσης από τη DreamWorks). Η διάσωση του στρατιώτη Ryan ήταν μια κρίσιμη και εμπορική επιτυχία και πιστώνεται με τη συμβολή σε μια αναζωπύρωση προς το συμφέρον της Αμερικής στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Παλιές και νέες ταινίες, video games, και μυθιστορήματα για τον πόλεμο κέρδισαν σε δημοτικότητα μετά την πρεμιέρα της. Η χρήση αποκορεσμένου χρώματος στη ταινία, μαζί με τις κάμερες χειρός, και τις σφιχτές γωνίες έχει επηρεάσει βαθιά τις επόμενες ταινίες και τα βιντεοπαιχνίδια. Η διάσωση του στρατιώτη Ryan κυκλοφόρησε σε 2463 κινηματογράφους στις 28 Ιουλίου 1998, και απέφερε συνολικά 30.500.000 δολάρια στην πρεμιέρα της. Η ταινία απέφερε συνολικά 216,5 εκατομμύρια δολάρια στη Βόρεια Αμερική και 265,3 εκατομμύρια δολάρια σε άλλες περιοχές, φέρνοντας σε παγκόσμιο επίπεδο συνολικά 481,8 $ εκατομμύρια και καθιστώντας την ως τη παραγωγή με το μεγαλύτερο τζίρο εγχώριας ταινίας της χρονιάς.

Υποδοχή-Αποδοχή

Η κρίσιμη υποδοχή για την ταινία ήταν πολύ θετική, με πολλούς επαίνους για τις ρεαλιστικές σκηνές μάχης και τις επιδόσεις των ηθοποιών, ενώ επίσης κερδίζει θετική κριτική για το σενάριο. Η ταινία δεν κυκλοφόρησε στη Μαλαισία διότι ο Σπίλμπεργκ αρνήθηκε να κόψει τις βίαιες σκηνές. Ωστόσο, η ταινία κυκλοφόρησε τελικά και διανεμήθηκε σε DVD με ένα 18SG πιστοποιητικό πολύ αργότερα μέσα στο 2005. Πολλοί κριτικοί , όπως οι Κριτικοί της Νέας Υόρκης και Los Angeles Film Critics Association, επέλεξαν την διάσωση του στρατιώτη Ryan ως ταινία της χρονιάς. Επίσης ο Ρότζερ Έμπερτ έδωσε τέσσερα αστέρια από τα τέσσερα και την αποκάλεσε «μια ισχυρή εμπειρία». Ο σκηνοθέτης Κουέντιν Ταραντίνο έχει εκφράσει το θαυμασμό του για την ταινία και την έχει αναφέρει ως μια επιρροή για το 2009 . Σε μια συνέντευξη ο Ταραντίνο είπε στον Samuel Blumenfeld, «Ο Σπίλμπεργκ κάνει κάτι ανήκουστο με την κυκλοφορία της εν λόγω ταινίας. Όταν παρακολουθείτε την σκηνή της αποβίβασης, δεν είναι πλέον δυνατό να συγκρίνουμε με τον ίδιο τρόπο το The Longest Day, ή ακόμα και το Samuel Fuller . Η «Διάσωση του στρατιώτη Ryan» με έκανε να γνωρίσω ορισμένα ζητήματα που εγείρονται από τον κινηματογράφο του πόλεμου. Επίσης η ιδέα ότι οι σαράντα άνδρες σε μια βάρκα που εξοντώθηκαν σε δευτερόλεπτα από ένα όπλο είναι τρομακτική. Μπορείτε να φανταστείτε την πιο φρικτή σφαγή; Προφανώς, ναι. Εκτός από το ότι σε όλη τη σκηνή, θα παρακολουθήσουν τη χειρότερη σφαγή στην ιστορία. Η ακολουθία του αγώνα μεταξύ ενός στρατιώτη των ΗΠΑ και των Ναζί στο τέλος της ταινίας είναι, επίσης ξεχωριστή. Μισώ τις πολεμικές ταινίες που δείχνουν ένα στρατιώτη δολοφόνο που σκοτώνει τους αντιπάλους χωρίς εφίδρωση, σαν να ήταν ασήμαντοι. Εάν πάλευα να σώσω το τομάρι μου, πιστεύω ότι θα ήταν λίγο πιο δύσκολο.. Ο Σπίλμπεργκ τα κατάφερε θαυμάσια να οργανώσει αυτή τη σκηνή με αυτή τη διάσταση». Ο ηθοποιός Ρίτσαρντ Τοντ, ο οποίος ήταν μεταξύ των πρώτων των συμμαχικών στρατιωτών που προσγειώθηκαν στη Νορμανδία, δήλωσε ότι η ταινία ήταν «χάλια». Άλλοι βετεράνοι του Β 'Παγκοσμίου Πολέμου, ωστόσο, δήλωσαν ότι η ταινία ήταν η πιο ρεαλιστική απεικόνιση της μάχης που είχαν δει ποτέ.

Άλλες πληροφορίες

Η ταινία είναι ιδιαίτερα γνωστή για τα πρώτα 24 λεπτά της, όπου απεικονίζεται η απόβαση στην Παραλία Ομάχα στις 6 Ιουνίου 1944. Η συγκεκριμένη σκηνή έγινε γνωστή για τη γραφικότητα αλλά και τη βιαιότητά της και έχει χαρακτηριστεί ως μια από τις καλύτερες απεικονίσεις σκηνών μάχης όλων των εποχών. Μόνο για το γύρισμα της συγκεκριμένης σκηνής δαπανήθηκαν 11.000.000 δολάρια. Η ταινία στοίχισε συνολικά 70.000.000.

Βραβεύσεις

Η ταινία ήταν υποψήφια για 11 Όσκαρ και κέρδισε τελικά στις 5 κατηγορίες (Σκηνοθεσίας, Φωτογραφίας, Μοντάζ, Μοντάζ Ηχητικών Εφέ, Ήχου). Επιπλέον έχει βραβευτεί με Χρυσή Σφαίρα Καλύτερης Δραματικής Ταινίας και Καλύτερης Σκηνοθεσίας, με βραβείο σκηνοθεσίας από το Σωματείο Σκηνοθετών Αμερικής (DGA) και με βραβείο καλύτερης ταινίας από το Σωματείο Παραγωγών Αμερικής (PGA). Τον Ιούνιο του 2008, το Αμερικανικό Ινστιτούτο Κινηματογράφου την τοποθέτησε στο «Top Ten», στις δέκα καλύτερες αμερικανικές ταινίες τέτοιου είδους. Η διάσωση του στρατιώτη Ryan εισήχθη ως η όγδοη καλύτερη ταινία στα «epic films».

Σκηνοθεσία Στίβεν Σπίλμπεργκ
Παραγωγή Στίβεν Σπίλμπεργκ, Ian Bryce, Mark Gordon και Gary Levinsohn
Σενάριο Ρόμπερτ Ρόντατ
Πρωταγωνιστές Τομ Χανκς
Ματ Ντέιμον
Μπάρι Πέπερ
Τομ Σίζεμορ
Τζέρεμι Ντέιβις
Άνταμ Γκόλντμπεργκ
Βιν Ντίζελ
Έντουαρντ Μπέρνς
Τζιοβάνι Ριμπίζι
Μουσική Τζον Γουίλιαμς
Φωτογραφία Γιάνους Καμίνσκι
Μοντάζ Μάικλ Καν
Εταιρεία παραγωγής Amblin Entertainment, Mutual Film, Paramount Pictures και Dreamworks S.K.G.
Πρώτη προβολή 24 Ιουλίου 1998 (Η.Π.Α.
16 Οκτωβρίου 1998 (Ελλάδα)
Διάρκεια 170 λεπτά

Η Κινηματογραφική Λέσχη του Φ.Ο.Υ 2019-2020 θα προβάλει την ταινία:

 

"Ο ΠΙΑΝΙΣΤΑΣ" (2002)

ΣΕ ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ ΡΟΜΑΝ ΠΟΛΑΝΣΚΙ

 

ΔΕΥΤΕΡΑ 21/10/2019 & ΩΡΑ 21:00

 

ΕΙΣΟΔΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΗ

 

Ο Πιανίστας είναι μια ταινία του Ρόμαν Πολάνσκι, παραγωγής 2002, με πρωταγωνιστή τον Έντριαν Μπρόντυ. Αποτελεί κινηματογραφική μεταφορά της ομώνυμης αυτοβιογραφίας του Εβραίου Πολωνού μουσικού, Βλαντισλάβ Σπίλμαν (Wladyslaw Szpilman, 19112000 ).

Η ταινία βραβεύτηκε στο Φεστιβάλ των Καννών με τον Χρυσό Φοίνικα, ενώ διεκδίκησε επτά βραβεία της Ακαδημίας Κινηματογράφου (Όσκαρ), ανάμεσα στα οποία και αυτό της καλύτερης ταινίας. Τελικά κέρδισε τρία: Καλύτερης σκηνοθεσίας, Διασκευασμένου Σεναρίου και Α’ Ανδρικού Ρόλου, με τον Μπρόντυ να αποτελεί το νεαρότερο ηλικιακά ηθοποιό που έχει λάβει το βραβείο αυτό. Αξιοσημείωτο είναι επίσης πως η ταινία κέρδισε επίσης επτά Βραβεία Σεζάρ, ανάμεσα στα οποία αυτά της Καλύτερης ταινίας, Καλύτερης σκηνοθεσίας και Α’ Ανδρικού Ρόλου, χαρίζοντας στον Μπρόντυ ακόμη μια ασυνήθιστη πρωτιά: αυτή του πρώτου Αμερικανού που παίρνει αυτή τη διάκριση.

Υπόθεση

Ο Βλαντισλάβ Σπίλμαν, ένας διάσημος Εβραιοπολωνός πιανίστας που δουλεύει στον ραδιοφωνικό σταθμό της Βαρσοβίας, βλέπει τον κόσμο του να καταρρέει με το ξέσπασμα του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και την εισβολή των Γερμανών στην Πολωνία, τον Σεπτέμβριο του 1939. Αφού ο ραδιοφωνικός σταθμός καταστρέφεται από τις εκρήξεις, ο Βλαντισλάβ επιστρέφει σπίτι όπου και μαθαίνει ότι η Μεγάλη Βρετανία και η Γαλλία έχουν κηρύξει πόλεμο ενάντια στη Γερμανία. Πιστεύοντας ότι ο πόλεμος θα τελειώσει γρήγορα, αυτός και η οικογένειά του γιορτάζουν το γεγονός.

Ωστόσο κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής που λαμβάνει χώρα τους επόμενους μήνες, οι συνθήκες διαβίωσης των Εβραίων σταδιακά χειροτερεύουν και τα δικαιώματά τους περιορίζονται: κάθε οικογένεια επιτρέπεται να έχει ένα ελάχιστο χρηματικό ποσό, όλοι πρέπει να φοράνε ένα περιβραχιόνιο με το Αστέρι του Δαβίδ για να ξεχωρίζουν και γενικά να ωφελούν να δέχονται αδιαμαρτύρητα διάφορες ταπεινώσεις. Ώσπου τελικά το 1940, συγκεντρώνονται όλοι στο Γκέτο της Βαρσοβίας. Εκεί αντιμετωπίζουν την πείνα, την καταδίωξη και τον εξευτελισμό από τους Ναζί και τον συνεχή φόβο του θανάτου ή βασανισμού. Σύντομα, τους πηγαίνουν στις εγκαταστάσεις εξολόθρευσης στην Τρεμπλίνκα. Ο Βλαντισλάβ σώζεται την τελευταία στιγμή από έναν αστυνομικό του εβραϊκού γκέτο, που τυγχάνει να είναι οικογενειακός φίλος. Μακριά πλέον από την οικογένειά του, παραμένει στο γκέτο ως εργάτης-σκλάβος στις γερμανικές μονάδες κατασκευής ενώ αργότερα αφήνεται στη βοήθεια όσων μη-Εβραίων γνωστών του τον θυμούνται ακόμα.

Όσο ζει κρυμμένος, γίνεται μάρτυρας πολλών θηριωδιών που διαπράττουν τα Ες-Ες, όπως μαζικές δολοφονίες, ξυλοδαρμούς και εμπρησμούς. Παρακολουθεί επίσης την επανάσταση που λαμβάνει χώρα στο γκέτο, χωρίς να μπορεί να προσφέρει ή να αντιδράσει με άλλο τρόπο. Τελικά, τα Ες-Ες μπαίνουν με τη βία στο γκέτο και σκοτώνουν όλους σχεδόν τους εναπομείναντες αντάρτες. Ανάμεσα στις τρομακτικές σκηνές που εξελίσσονται γίνεται μια αναφορά στη δράση του Γιόζεφ Μπλος, ενός αξιωματικού των Ες-Ες γνωστού σήμερα για τις ιδιαίτερα βάναυσες πράξεις του. Χαρακτηριστικά συγκεντρώνει και εκτελεί μια ομάδα Εβραίων που έμοιαζαν αρκετά μεγάλοι ή αδυνατισμένοι για να δουλέψουν. Σε κάποια άλλη σκηνή, η απάντησή του σε μια νεαρή μητέρα που τον ρωτά πού πηγαίνουν τα τρένα είναι ένας εξ επαφής πυροβολισμός.

Ένα χρόνο μετά, η ζωή στη Βαρσοβία γίνεται όλο και χειρότερη. Η πολωνική αντίσταση γνωρίζει αποτυχίες ενάντια στη γερμανική κατοχή, κάτι που οδηγεί στη ραγδαία μείωση του πληθυσμού. Ο Σπίλμαν εν τω μεταξύ, αγγίζει το θάνατο λόγω αρρώστιας (ίκτερου) και υποσιτισμού. Μετά την απομάκρυνση όλου του πληθυσμού της Βαρσοβίας και των Γερμανών λόγω του ρωσικού στρατού που πλησιάζει, μένει εντελώς μόνος.

Τριγυρνά στα λιγοστά σπίτια που δεν έχουν καταστραφεί εντελώς και ψάχνει για φαγητό. Ενώ προσπαθεί απεγνωσμένα να ανοίξει μια κονσέρβα διαπιστώνει με τρόμο πως κάποιος τον παρακολουθεί. Ωστόσο δεν ήταν η περίπολος, αλλά ένας ένστολος Γερμανός, ο Βιλμ Χόσενφελντ. Ο Σπίλμαν έχει παραλύσει στην ιδέα του θανάτου, αλλά ο Γερμανός του ζητά απλά να του παίξει κάτι στο πιάνο. Ο Σπίλμαν, μια σκιά πλέον του παλιού εαυτού του, παίζει την Μπαλάντα του Σοπέν σε Σολ Μινόρε. Ο Γερμανός συγκινημένος του επιτρέπει να συνεχίσει να κρύβεται στη σοφίτα και του φέρνει τακτικά φαγητό, σώζοντάς του τη ζωή.

Λίγες εβδομάδες αργότερα, οι Γερμανοί αναγκάζονται να υποχωρήσουν λόγω του Κόκκινου Στρατού. Στην τελευταία τους συνάντηση, ο Γερμανός ρωτά τον Σπίλμαν το όνομά του και όταν εκείνος του απαντά, αναφωνεί πως είναι ταιριαστό όνομα για πιανίστα (το Szpilman είναι ομόφωνο του γερμανικού spielmann που σημαίνει «αυτός που παίζει»), και του υπόσχεται πως θα τον ακούει στο ραδιόφωνο. Επίσης του δίνει το σακάκι του, κάτι που παραλίγο να αποβεί μοιραίο αφού οι Πολωνοί τον μπερδεύουν για Γερμανό και τον πυροβολούν. Όταν αντιλαμβάνονται ότι είναι Πολωνός τον ρωτούν γιατί φοράει γερμανικό σακάκι και εκείνος απαντά απλά «κρυώνω».

Σε ένα κοντινό στρατόπεδο συγκέντρωσης, ο Γερμανός ευεργέτης του Σπίλμαν βρίσκεται εκεί μαζί με πολλούς άλλους Γερμανούς και παρακαλεί έναν Πολωνό μουσικό να μιλήσει στον Σπίλμαν για να τον ελευθερώσει. Ο Σπίλμαν, που πλέον εργάζεται ξανά στον ραδιοφωνικό σταθμό, φτάνει πολύ αργά. Όλοι οι αιχμάλωτοι έχουν μεταφερθεί χωρίς να αφήσουν ίχνος πίσω τους. Στην τελευταία σκηνή της ταινίας, ο Βλαντισλάβ Σπίλμαν θριαμβεύει παίζοντας Σοπέν μπροστά σε ένα μεγάλο κοινό. Στους τίτλους τέλους μαθαίνουμε πως ο Σπίλμαν παρέμεινε στη Βαρσοβία όπου πέθανε το 2000 σε ηλικία 88 ετών και πως ο Γερμανός ευεργέτης του πέθανε το 1952 σε ένα Σοβιετικό στρατόπεδο, μετά από απάνθρωπα βασανιστήρια επτά χρόνων, σε κατάσταση πλήρους ψυχικής διαταραχής. Συν τοις άλλοις είχε υποστεί και ένα εγκεφαλικό επεισόδιο. Ο Σπίλμαν τον έψαχνε για έναν χρόνο. Το 1950 έμαθε το όνομά του και προσπάθησε να τον απελευθερώσει, χωρίς όμως επιτυχία. Το 1957 επισκέφθηκε την οικογένειά του στη Δυτική Γερμανία

Διανομή

Ηθοποιός Ρόλος
Έιντριεν Μπρόντυ Βλαντισλάβ Σπίλμαν
Τόμας Κρέτσμαν Βιλμ Χόσενφελντ
Φρανκ Φίνλεϋ Πατέρας
Μωρίν Λίπμαν Μητέρα
Εμίλια Φοξ Ντορότα
Εντ Στόπαρντ Χένρικ
Τζούλια Ράινερ Ρετζίνα
Τζέσικα Κέιτ Μέιερ Χαλίνα
Μίκαλ Ζεμπρόφσκι Γιούρεκ

Να ‘μαστε πάλι μαζί ….

για να επικοινωνήσουμε… με ένα έργο ελληνικό, σύγχρονο, σημερινό, με γλώσσα σκληρή, κοφτή, πολλές φορές προκλητική, συνάμα όμως τόσο γνώριμη σε όλους!

Θέμα; Επικοινωνία και αναζήτηση συντρόφου! Στην εποχή της ταχύτητας και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης μπορείς να βρεις το ταίρι σου μέσα σε ένα bar;

Έξι άντρες και έξι γυναίκες παίρνουν μέρος σ ένα παιχνίδι συναντήσεων! 12 άνθρωποι τόσο διαφορετικοί μεταξύ τους, που υποφέρουν από μοναξιά, φόβο, ψυχικά τραύματα, και προσωπικά αδιέξοδα…

Έχουν όμως και ανομολόγητες επιθυμίες, θέλουν …  πιστεύουν… προσπαθούν…

Απόψε πρέπει να πουν αλήθειες…

σαν πληγή;

σαν ενοχή;

σαν απωθημένο;

σαν ανεκπλήρωτο;

σαν απ’ το σκοτάδι στο φως;

 

Σας περιμένουμε…

Η Κινηματογραφική Λέσχη του Φ.Ο.Υ 2019-2020 θα προβάλει την ταινία:

"ΟΙ ΖΩΕΣ ΤΩΝ ΑΛΛΩΝ" (2006)

ΣΕ ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ ΦΛΟΡΙΑΝ ΧΕΝΚΕΛ ΦΟΝ ΝΤΟΝΕΡΣΜΑΡΚ

ΔΕΥΤΕΡΑ 14/10/2019 & ΩΡΑ 21:00

ΕΙΣΟΔΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΗ

 

Το 1984 στο Ανατολικό Βερολίνο, ο αξιωματούχος της Στάζι Γκερντ Βίσλερ διατάσσεται να παρακολουθεί το διαμέρισμα ενός διάσημου ζευγαριού καλλιτεχνών. Καθώς, όμως, συνεχίζεται η παρακολούθηση, αρχίζει να επεμβαίνει διακριτικά στη ζωή τους, κάτι που έχει επιπτώσεις και στη δική του. Βραβείο καλύτερης ευρωπαϊκής ταινίας 2006. Όσκαρ ξενόγλωσσης ταινίας.

 

Δραματική 2006 | Έγχρ. | Διάρκεια: 137'

Γερμανική ταινία, σκηνοθεσία Φλόριαν Χένκελ φον Ντόνερσμαρκ με τους: Ούλριχ Μίχε, Μαρτίνα Γκέντεκ, Σεμπάστιαν Κοχ, Ούλριχ Τουκούρ

 

Η ομάδα πολιτιστικών διαδρομών του Φ.Ο.Υ θα επισκεφτεί  το Νέο Μουσείο «Βασίλη και Ελίζας Γουλανδρή» το Σάββατο 26/10/2019 ώρα αναχώρησης από τον Φ.Ο.Υ 12:15 με πούλμαν. Τιμή με ξενάγηση (η οποία θα διαρκέσει 1 ½ ) και πούλμαν 15€

Για κρατήσεις θέσεων και πληροφορίες επικοινωνήστε με την Γραμματεία του Φ.Ο.Υ στα τηλέφωνα 2107625856-2107629344-6973815264 καθημερινά 18:00-22:00 εκτός Σαββάτου και Κυριακής

Σαν να δανείστηκε το χρώμα από τη διπλανή εκκλησία του Άγιου Σπυρίδωνα, να πήρε το γεωμετρικό σχήμα από το μεσοπολεμικό κτίριο που βρίσκεται στα πόδια του επί της Ερατοσθένους και να επέμεινε στην αρχιτεκτονική πρωτοπορία που απαιτεί ένα σύγχρονο μουσείο, το πολυώροφο κτίριο με πρόσοψη-πλάκες πωρόλιθου που αποκαλύφθηκε στο Παγκράτι είναι το νέο διαμάντι της Αθήνας. Όπως ήταν αναμενόμενο, η πρώτη εικόνα του νέου Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης του Ιδρύματος Βασίλη και Ελίζας Γουλανδρή είναι τόσο αποστομωτική όσο και τα ονόματα που έχουν ακουστεί ότι φέρει στη συλλογή του. Πικάσο, Βαν Γκογκ, Μονέ, Ελ Γκρέκο, Ντε Κίρικο, Μιρό και πόσοι ακόμη. Τελικά, μετά από αρκετές αναποδιές και δυσκολίες, το όνειρο του ζεύγους Γουλανδρή γίνεται πραγματικότητα: η αμύθητης αξίας συλλογή που είχαν χτίσει τα χρόνια που συμπορεύονταν βρίσκει μόνιμη έδρα στην πρωτεύουσα και ανοίγεται στο κοινό, σε έναν πολύ εντυπωσιακό μάλιστα χώρο.

Μόλις περάσεις τη βαριά πύλη του μουσείου, από την πλευρά της πλατείας που πλέον έχει αναπλαστεί και είναι πιο πράσινη από ποτέ, βλέπεις στο βάθος του ισογείου την Ελίζα Γουλανδρή διά χειρός Σαγκάλ. Δεν αδίκησε καθόλου την ομορφιά της Αθηναίας ο Γάλλος καλλιτέχνης. Ανάμεσα σε μια πανδαισία χρωμάτων, με τα μεγάλα καστανά της μάτια και την κομψή κορμοστασιά, η σικάτη και διορατική καλλονή που βρισκόταν δίπλα στο γόνο της τρανής εφοπλιστικής οικογένειας αποτυπώνεται γεμάτη υπερηφάνεια – σαν να προοικονομεί άθελά της τη σημερινή ημέρα.

Βρισκόμαστε μια ανάσα πριν από την 2η Οκτωβρίου και τα επίσημα θυρανοίξια. Σε λίγο χιλιάδες κόσμου θα στέκεται μπροστά από αυτό το πορτρέτο. «Είναι από την δεκαετία του ’70, όταν το ζευγάρι έμενε στο Παρίσι», μου λέει με ενθουσιασμό ο διευθυντής του νέου μουσείου, Κυριάκος Κουτσομάλλης. «Είχαν στον κύκλο τους καλλιτέχνες, συγγραφείς, διευθυντές μουσείων, όλα τα μεγάλα ονόματα της εποχής, όπως ο η Κάλλας και o Μιχαήλ Μπαρίσνικοφ, ο Σαγκάλ, ο Αντρέ Μπρετόν, ο Σεζάρ και ο Μπαλτίς, ο Τσαρούχης και ο Μπουζιάνης. Στα γεύματα που έκαναν τότε υπήρχε μια μαγική μείξη ανθρώπων. Πολλές φορές τα άτομα ξεπερνούσαν τα εξήντα ενώ ανάμεσά τους είχα βρεθεί κι εγώ. Καθόντουσαν δίπλα-δίπλα επιφανείς των τεχνών και των γραμμάτων, εφοπλιστές και επιχειρηματίες, γεννώντας πολύ ενδιαφέρουσες συζητήσεις για τέχνη, πολιτική, φιλοσοφία και ό,τι μπορείς να φανταστείς».

Σύσταση και σκοπός του Ιδρύματος

Το Ίδρυμα Βασίλη και Ελίζας Γουλανδρή ιδρύθηκε το 1979. Πρόκειται για έναν κοινωφελή μη κερδοσκοπικό οργανισμό, που έχει ως κύριο σκοπό την λειτουργία των μουσείων του στην Άνδρο και τώρα στην Αθήνα, καθώς και την προαγωγή σε εθνικό και διεθνές επίπεδο των εικαστικών Τεχνών.

Εμπνευστές και χορηγοί του εγχειρήματος αυτού ήταν οι αείμνηστοι Βασίλης και Ελίζα Γουλανδρή, οι οποίοι διακρίνονταν για το ασίγαστο πάθος και την αγάπη τους για τις τέχνες. Οραματίστηκαν έναν ζωντανό πολιτιστικό φορέα, ενταγμένο στην τροχιά των διεθνών δρωμένων στον χώρο των εικαστικών τεχνών.

Μέσω του Ιδρύματος που φέρει το όνομά τους, προικοδότησαν τον γενέθλιο τόπο του Βασίλη, την Άνδρο, με τρεις πρότυπους μουσειακούς χώρους, το Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης (το 1979), όπου εκτίθενται έργα Ελλήνων και ξένων καλλιτεχνών, το Αρχαιολογικό Μουσείο (το 1981), του οποίου την κατασκευή χρηματοδότησαν ως δωρεά στο ελληνικό κράτος, και τη Νέα Πτέρυγα του Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης, όπου οργανώνονται κάθε καλοκαίρι από το 1986 διεθνείς εκθέσεις διακεκριμένων καλλιτεχνών.

Επιθυμία τους ήταν η δημιουργία ενός έτερου μουσείου στην Αθήνα, προκειμένου να δώσουν την ευκαιρία στο ευρύ κοινό να έρθει σε επαφή και να εξοικειωθεί με την Τέχνη που τόσο αγάπησαν. Έφυγαν και οι δυο από τη ζωή, ο μεν Βασίλης Γουλανδρής στις 27 Απριλίου του 1994, η δε Ελίζα στις 25 Ιουλίου του 2000, μην έχοντας προλάβει, δυστυχώς, να δουν το όραμά τους να υλοποιείται. Διέθεσαν ωστόσο γενναιόδωρα όλα τα μέσα προκειμένου ο στόχος τους αυτός να βρει κάποια στιγμή την ενσάρκωσή του.

Το μουσείο της Αθήνας ολοκληρώνεται 25 χρόνια μετά τον θάνατο του Βασίλη και 19 χρόνια μετά τον θάνατο της Ελίζας Γουλανδρή, σηματοδοτώντας την αρχή ενός νέου κεφαλαίου για το Ίδρυμα, σκοπός του οποίου είναι, παράλληλα με το μουσείο της Άνδρου, να αναδείξει τη νέα αυτή εστία σε φορέα ανάπτυξης πρωτοποριακών πολιτιστικών δράσεων, αξιοποιώντας σύγχρονες μουσειακές εφαρμογές στον χώρο της νεότερης και σύγχρονης ελληνικής και διεθνούς τέχνης.

 

Η Κινηματογραφική Λέσχη του Φ.Ο.Υ 2019-2020 θα προβάλει την ταινία:

"ΣΙΝΕΜΑ Ο ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ" (1988)

ΣΕ ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ ΤΖΟΥΖΕΠΕ ΤΟΡΝΑΤΟΡΕ

ΔΕΥΤΕΡΑ 7/10/2019 & ΩΡΑ 21:00

ΕΙΣΟΔΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΗ

 

 

 

ο Σινεμά ο Παράδεισος (πρωτότυπος τίτλος: Nuovo Cinema Paradiso) είναι ιταλική ταινία του 1988 σε σκηνοθεσία και σενάριο του Τζουζέπε Τορνατόρε.

Πλοκή

Ρώμη, δεκαετία του 80. Ο διάσημος σκηνοθέτης Σαλβατόρε Ντι Βίτα γυρίζει σπίτι του, όπου η ερωμένη του του λέει ότι τηλεφώνησε η μητέρα του για να ενημερώσει πως πέθανε ο Αλφρέντο. Επίσης, ο Σαλβατόρε δεν έχει πάει στο χωριό του, το Τζιανκάλντο στη Σικελία, εδώ και 30 χρόνια.

Τότε αρχίζει μια ιστορική αναδρομή, που ξεκινά από τα παιδικά χρόνια του Σαλβατόρε. Στο σινεμά της γειτονιάς του, το Cinema Paradiso, ο Σαλβατόρε (Τότο) πηγαίνει συχνά και γίνεται φίλος με τον άντρα που προβάλλει τις ταινίες, τον Αλφρέντο. Στο σινεμά πηγαίνει πολύς κόσμος και ο παπάς ζητά από τον Αλφρέντο να κόβει τις σκηνές με τα φιλιά, καθώς τις θεωρεί ανήθικες.

Μία μέρα, δημιουργείται επιπλοκή και η αίθουσα που βρίσκεται ο Αλφρέντο παίρνει φωτιά. Τότε ο μικρός Τότο τρέχει και σέρνει τον Αλφρέντο έξω, σώζοντας τη ζωή του.

Μετά από μια δεκαετία, ο Σαλβατόρε είναι μαθητής λυκείου και δουλεύει στο Cinema Paradiso, προβάλλοντας ταινίας. Μια μέρα τον επισκέπτεται ο Αλφρέντο και αποκαλύπτεται πως είναι τυφλός, κάτι που του συνέβη τη νύχτα που κάηκε το σινεμά. Ο Σαλβατόρε είναι ερωτευμένος με την Έλενα, την κόρη ενός τραπεζίτη. Μετά από πολλή προσπάθεια κάνουν σχέση, όμως χωρίζουν λόγω της άρνησης του πατέρα της.

Ο Σαλβατόρε απογοητευμένος, πηγαίνει στον στρατό και στέλνει συνεχώς γράμματα στην Έλενα, χωρίς ανταπόκριση. Όταν γυρίζει στο χωριό του, ο Αλφρέντο τον παρακινεί να φύγει για πάντα από εκεί και να μην ξαναγυρίσει πίσω, ούτως ώστε να εκπληρώσει τα όνειρά του.

Πίσω στο σήμερα, ο Σαλβατόρε γυρίζει στο χωριό του για την κηδεία του Αλφρέντο. Έχει αλλάξει πολύ η όψη της περιοχής και το Cinema Paradiso είναι ένα ερείπιο. Ο ιδιοκτήτης τον πληροφορεί πως έχει κλείσει εδώ και 6 χρόνια και πως σε λίγες μέρες θα το γκρεμίσει ο δήμος για να το κάνει πάρκινγκ.

Η χήρα του Αλφρέντο του λέει πως του έχει αφήσει κάτι. Ο Σαλβατόρε το παίρνει στο σπίτι του και βλέπει πως είναι μια σειρά από φιλμς. Έπειτα, βλέπει ένα βίντεο που είχε τραβήξει παλιά, στο οποίο προβάλλεται η Έλενα, και η μητέρα του του λέει πως όσες φορές τον έχει πάρει τηλέφωνο, έχουν βγει απαντήσει πολλές γυναίκες, όμως καμία δεν ακούγεται σαν να τον αγαπάει. Επίσης, του λέει πως δεν του κρατά κακία που δεν πήγε να την δει 30 χρόνια.

Γυρνώντας στη Ρώμη, ο Σαλβατόρε προβάλλει τα φιλμς που του άφησε ο Αλφρέντο, τα οποία περιέχουν όλες τις σκηνές με τα φιλιά που του είχε πει ο παπάς να κόψει. Ο Σαλβατόρε αισθάνεται αγαλλίαση και ξεσπά σε κλάματα.

Διανομή

Ηθοποιός Ρόλος
Φιλίπ Νουαρέ Αλφρέντο
Σαλβατόρε Κάσιο Σαλβατόρε Ντι Βίτα (Τότο)
Μάρκο Λεονάρντι
Ζακ Περέν
Αγκνέζε Νάνο Έλενα
Πουπέλα Μάτζιο Μαρία (η μητέρα του Σαλβατόρε)